Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφαίρα σφαίρες
γενική σφαίρας σφαιρών
αιτιατική σφαίρα σφαίρες
κλητική σφαίρα σφαίρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφαίρα < αρχαία ελληνική σφαῖρα < σπαίρω < πρωτοελληνική *spəřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *TsperH-[1] (κλοτσώ με την φτέρνα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsfɛ.ɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σφαίρα θηλυκό

  1. (στερεομετρία) το γεωμετρικό στερεό στο οποίο όλα τα σημεία της επιφάνειας ισαπέχουν από το κέντρο του
  2. (συνεκδοχικά) κάθε αντικείμενο που έχει σφαιρικό σχήμα
    η Γη είναι μια σφαίρα
  3. (μεταφορικά) νοητός χώρος με μία χαρακτηριστική ιδιότητα
    η σφαίρα του φανταστικού, η σφαίρα του εφικτού, η σφαίρα των ιδεών
  4. (πυρομαχικά) βολίδα φορητού πυροβόλου όπλου, μπόλι, φυσέκι, φυσίγγιο
  5. (αθλητισμός) μεταλλικό σφαιρικό αντικείμενο συγκεκριμένου μεγέθους που χρησιμοποιείται σε άθλημα
  6. (συνεκδοχικά) η σφαιροβολία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.