Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σφαιρικός η σφαιρική το σφαιρικό
      γενική του σφαιρικού της σφαιρικής του σφαιρικού
    αιτιατική τον σφαιρικό τη σφαιρική το σφαιρικό
     κλητική σφαιρικέ σφαιρική σφαιρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σφαιρικοί οι σφαιρικές τα σφαιρικά
      γενική των σφαιρικών των σφαιρικών των σφαιρικών
    αιτιατική τους σφαιρικούς τις σφαιρικές τα σφαιρικά
     κλητική σφαιρικοί σφαιρικές σφαιρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφαιρικός < σφαίρα + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σφαιρικός

  1. από όλες τις πλευρές ή όλες τις απόψεις, ολικός
    σφαιρική αντίληψη του ζητήματος
  2. που έχει σχέση με σφαίρα ή που έχει παρόμοιο σχήμα
    σφαιρική γεωμετρία
    σφαιρικός φακός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία