Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αγροτικός αγροτική αγροτικό
γενική αγροτικού αγροτικής αγροτικού
αιτιατική αγροτικό αγροτική αγροτικό
κλητική αγροτικέ αγροτική αγροτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγροτικοί αγροτικές αγροτικά
γενική αγροτικών αγροτικών αγροτικών
αιτιατική αγροτικούς αγροτικές αγροτικά
κλητική αγροτικοί αγροτικές αγροτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγροτικός < αγρότης + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγροτικός

  1. που αναφέρεται, χαρακτηρίζει ή ανήκει στους αγρότες και τη γεωργία
  2. που βρίσκεται στην ύπαιθρο
    αντώνυμα: αστικός

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία