Δείτε επίσης: ἀστικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αστικός η αστική το αστικό
      γενική του αστικού της αστικής του αστικού
    αιτιατική τον αστικό την αστική το αστικό
     κλητική αστικέ αστική αστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αστικοί οι αστικές τα αστικά
      γενική των αστικών των αστικών των αστικών
    αιτιατική τους αστικούς τις αστικές τα αστικά
     κλητική αστικοί αστικές αστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστικός < αρχαία ελληνική ἀστικός < ἄστυ (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική urbain· 3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική civil· 4. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική bourgeois)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.stiˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αστικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
     αντώνυμα: αγροτικός, επαρχιακός
  2. που έχει σχέση με την συγκοινωνία ή την επικοινωνία μέσα σε μια πόλη, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
     αντώνυμα: υπεραστικός
  3. (νομική) που έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός πολίτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
  4. που έχει σχέση με την κοινωνική τάξη των αστών και τους αστούς, αναφέρεται σ’ αυτά ή εκφράζει τους αστούς
     αντώνυμα: αντιαστικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία