Δείτε επίσης: ψυχρόαιμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ψύχραιμος ψύχραιμη ψύχραιμο
γενική ψύχραιμου ψύχραιμης ψύχραιμου
αιτιατική ψύχραιμο ψύχραιμη ψύχραιμο
κλητική ψύχραιμε ψύχραιμη ψύχραιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψύχραιμοι ψύχραιμες ψύχραιμα
γενική ψύχραιμων ψύχραιμων ψύχραιμων
αιτιατική ψύχραιμους ψύχραιμες ψύχραιμα
κλητική ψύχραιμοι ψύχραιμες ψύχραιμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψύχραιμος < ψυχρός + αίμα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sang-froid)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsi.xɾɛ.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈpsi.xɾɛ.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈpsi.xɾɛ.mɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψύχραιμος, -η, -ο

  • που αντιμετωπίζει δυσάρεστες καταστάσεις ήρεμα και με καθαρό μυαλό, χωρίς να τον κυριεύουν τα αισθήματά του, ο ατάραχος, ο ενεργητικά ήρεμος
αν μείνεις ψύχραιμος, θα γράψεις καλύτερα στις εξετάσεις

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Δεν πρέπει να συγχέεται με το ψυχρόαιμος, που είναι κατηγορία ζώων.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία