Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

colère 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

colère (fr)

Il est en colère : είναι θυμωμένος.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία