Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναστατωμένος η αναστατωμένη το αναστατωμένο
      γενική του αναστατωμένου της αναστατωμένης του αναστατωμένου
    αιτιατική τον αναστατωμένο την αναστατωμένη το αναστατωμένο
     κλητική αναστατωμένε αναστατωμένη αναστατωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναστατωμένοι οι αναστατωμένες τα αναστατωμένα
      γενική των αναστατωμένων των αναστατωμένων των αναστατωμένων
    αιτιατική τους αναστατωμένους τις αναστατωμένες τα αναστατωμένα
     κλητική αναστατωμένοι αναστατωμένες αναστατωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναστατωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναστατώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αναστατωμένος, -η, -ο

  1. που έχει αναστατωθεί, που έχει ανησυχήσει για κάτι
    Ήμουν αναστατωμένη όλη νύχτα, γιατί το παιδί αργούσε να γυρίσει και δεν απαντούσε ούτε στο κινητό μέχρι τις 5 το πρωι!
  2. που βρίσκεται σε αναστάτωση, αταξία
    Βρήκα τα πάντα αναστατωμένα. Οι διαρρήκτες τα έκαν όλα άνω-κάτω για να βρουν λεφτά, αλλά τους είχε προλάβει η εφορία
  3. που δεν λειτουργεί εύρυθμα
    Είναι αναστατωμένος ο οργανισμός μου. Φταίνε ή τα γαστρεντερικά μου ή ο θυρεοειδής πάλι.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία