Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανησυχώ < ανήσυχος: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inquiéter

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ni.siˈxo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανησυχώ

  1. (αμετάβατο) βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο
    μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά
  2. (μεταβατικό) προκαλώ ανησυχία, αγωνία σε κάποιον
    έλαβα ένα μήνυμα που με ανησύχησε
  3. (μεταβατικό) χαλάω την ησυχία κάποιου
     συνώνυμα: ενοχλώ, θορυβώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία