Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταράζω < μεσαιωνική ελληνική ταράζω < αρχαία ελληνική ταράσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταράζω (παθητική φωνή: ταράζομαι)

  1. προκαλώ ταραχή ή αναταραχή
    Τάραζαν, λοιπόν, τον ύπνο του αυτά που του 'λεγα; (Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα)
  2. (οικείο) ταλαιπωρώ

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία