Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τάραχος οι τάραχοι
      γενική του τάραχου των τάραχων
    αιτιατική τον τάραχο τους τάραχους
     κλητική τάραχε τάραχοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάραχος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάραχος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  "πέρασε των παθών του τον τάραχο"


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία