Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

jedzenie < jeść

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

jedzenie (pl) ουδέτερο

  1. το φαγητό, το φαΐ
  2. η ενέργεια του τρώω, η κατανάλωση τροφής, το φάγωμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία