Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
mets mets

mets (fr) αρσενικό

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

mets (fr)

  1. α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος mettre
  2. β' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος mettre



Εσθονικά (et) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mets (et)