Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρόφιμο τρόφιμα
γενική τροφίμου τροφίμων
αιτιατική τρόφιμο τρόφιμα
κλητική τρόφιμο τρόφιμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρόφιμο < ελληνιστική κοινή τρόφιμον < αρχαία ελληνική τρόφιμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρόφιμο ουδέτερο

  1. οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

τρόφιμο αρσενικό ή θηλυκό

  1. τρόφιμος, στην αιτιατική του ενικού