Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έδεσμα εδέσματα
γενική εδέσματος εδεσμάτων
αιτιατική έδεσμα εδέσματα
κλητική έδεσμα εδέσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έδεσμα < αρχαία ελληνική ἔδεσμα < ἔδω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έδεσμα ουδέτερο

  1. φαγητό (συνήθως χρησιμοποιείται με την έννοια του απολαυστικού/πάρα πολύ νόστιμου φαγητού)

π.χ Αυτό είναι το απόλυτο έδεσμα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία