Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τραγοπόδης οι τραγοπόδηδες
      γενική του τραγοπόδη των τραγοπόδηδων
    αιτιατική τον τραγοπόδη τους τραγοπόδηδες
     κλητική τραγοπόδη τραγοπόδηδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγοπόδης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραγοπόδης αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία