Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική δρᾶμα δράματε δράματα
Γενική δράματος δραμάτοιν δραμάτων
Δοτική δράματι δραμάτοιν δράμασι
Αιτιατική δρᾶμα δράματε δράματα
Κλητική δρᾶμα δράματε δράματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δρᾶμα < δράω / δρῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *derǝ- / *drā- (δρω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δρᾶμα ουδέτερο

  1. δράση
  2. πράξη
  3. καθήκον
  4. δράμα
    1. τραγωδία
    2. κωμωδία
  5. (ελληνιστική κοινή) τραγικό γεγονός ή συμβάν