Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

άγγελο αρσενικό

  1. άγγελος, στην αιτιατική του ενικού