Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bishop (en)

  1. ο επίσκοπος, ο δεσπότης
  2. (στο σκάκι) ο αξιωματικός, ο τρελός
  3. (αργκό) το πέος