Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηχανικός < (ουσιαστικό) μηχανή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηχανικός< (επίθετο) αρχαία ελληνική μηχανικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μηχανικός μηχανική μηχανικό
γενική μηχανικού μηχανικής μηχανικού
αιτιατική μηχανικό μηχανική μηχανικό
κλητική μηχανικέ μηχανική μηχανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μηχανικοί μηχανικές μηχανικά
γενική μηχανικών μηχανικών μηχανικών
αιτιατική μηχανικούς μηχανικές μηχανικά
κλητική μηχανικοί μηχανικές μηχανικά

μηχανικός

  1. που ανήκει, αναφέρεται ή γίνεται με μηχανή
    εκτός από τα ηλεκτρικά, νομίζω πως έχει και μηχανική βλάβη
  2. (μεταφορικά) που γίνεται αυτόματα, χωρίς σκέψη
      συνώνυμα: αυτόματος, ενστικτώδης
    για να μην παρεξηγηθώ, να διευκρινίσω ότι η κίνηση που έκανα ήταν εντελώς μηχανική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία