Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανική μηχανικές
γενική μηχανικής μηχανικών
αιτιατική μηχανική μηχανικές
κλητική μηχανική μηχανικές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηχανική < αρχαία ελληνική μηχανικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηχανική θηλυκό

  1. (φυσική), (μηχανική): ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

μηχανική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία