Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μηχανική οι μηχανικές
      γενική της μηχανικής των μηχανικών
    αιτιατική τη μηχανική τις μηχανικές
     κλητική μηχανική μηχανικές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηχανική < αρχαία ελληνική μηχανικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηχανική θηλυκό

  1. (φυσική), (μηχανική): ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή
  2. (τεχνολογία) η εφαρμογή των μαθηματικών και της φυσικής στην πράξη, για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μηχανική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία