Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τεχνολογία οι τεχνολογίες
      γενική της τεχνολογίας των τεχνολογιών
    αιτιατική την τεχνολογία τις τεχνολογίες
     κλητική τεχνολογία τεχνολογίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνολογία < ελληνιστική τεχνολογία < τεχνολόγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεχνολογία θηλυκό

  • το σύνολο των δραστηριοτήτων που αφορούν στην τεχνική εφαρμογή της (θεωρητικής) επιστημονικής γνώσης με στόχο τη δημιουργία αντικειμένων με πρακτικό όφελος.

συγγενικάΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία