Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεχνολογία τεχνολογίες
γενική τεχνολογίας τεχνολογιών
αιτιατική τεχνολογία τεχνολογίες
κλητική τεχνολογία τεχνολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνολογία < μεταγενέστερη ελληνική τεχνολογία < τεχνολόγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεχνολογία θηλυκό

  1. το σύνολο των δραστηριοτήτων που αφορούν στην τεχνική εφαρμογή της (θεωρητικής) επιστημονικής γνώσης με στόχο τη δημιουργία αντικειμένων με πρακτικό όφελος.

συγγενικάΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία