Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλοίαρχος πλοίαρχοι
γενική πλοιάρχου πλοιάρχων
αιτιατική πλοίαρχο πλοιάρχους
κλητική πλοίαρχε πλοίαρχοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλοίαρχος < πλοίο + άρχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλοίαρχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο κυβερνήτης ενός πλοίου, ο καπετάνιος
  2. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος με βαθμό ανώτερο του αντιπλοιάρχου και κατώτερο του αρχιπλοιάρχου
  3. o ανώτατος αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού.

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία