Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πλοίαρχοι αρσενικό

  1. πλοίαρχος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού