Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανώτατος < αρχαία ελληνική ἀνώτατος < ἄνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανώτατος, ανώτατη και ανωτάτη, ανώτατο

  1. υπερθετικός βαθμός του αρχαίου επιρρήματος ἄνω (συγκριτικός ανώτερος)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία