Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταινία οι ταινίες
      γενική της ταινίας των ταινιών
    αιτιατική την ταινία τις ταινίες
     κλητική ταινία ταινίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταινία < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ταινία. Για το παράσιτο, ελληνιστική κοινή. Για την κινηματογραφική ταινία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bande[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /teˈni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ται‐νί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταινία θηλυκό

  1. στενή λωρίδα από ύφασμα ή άλλο υλικό που μπορεί και να τυλιχτεί σε ρολό
    εκφράσεις: μονωτική ταινία: αυτοκόλλητη ταινία που χρησιμοποιείται για να απομονωθούν ηλεκτρικά καλώδια
  2. (κινηματογράφος) κινηματογραφικό έργο με μεγάλη ή μικρή διάρκεια
    ταινία μεγάλου μήκους, ταινία μικρού μήκους
  3. (ιατρική, κτηνιατρική, παράσιτο) παρασιτικός οργανισμός που προσβάλλει τα έντερα του ανθρώπου και άλλων ζώων
    δείτε τη λέξη εχινόκοκκος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία