Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

bande 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
bande bandes

bande (fr) θηλυκό

  1. η μπάντα, η ομάδα, το τσούρμο
  2. η φανφάρα
  3. η ταινία
  4. η λωρίδα
  5. ο επίδεσμος
  6. (εραλδική) η τιμητική λωρίδα ενός οικοσήμου, ανάμεσα στη δεξιά γωνία της κεφαλής έως την αριστερή γωνία της αιχμής