Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπόντα οι σπόντες
      γενική της σπόντας
    αιτιατική τη σπόντα τις σπόντες
     κλητική σπόντα σπόντες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπόντα < ιταλική sponda < λατινική sponda (το πλαίσιο που στηρίζει το στρώμα ενός κρεβατιού) < πρωτοϊταλικά *sponda (πλαίσιο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *spond-h₂-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπόντα θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) το μέσα τμήμα του πλαισίου ενός τραπεζιού μπιλιάρδου
  2. (μεταφορικά) κουβέντα που λέγεται για κάποιον και υπονοεί (άσχημα) πράγματα γι’ αυτόν αλλά και τον ενοχλεί

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία