Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παχυταινία οι παχυταινίες
      γενική της παχυταινίας των παχυταινιών
    αιτιατική την παχυταινία τις παχυταινίες
     κλητική παχυταινία παχυταινίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παχυταινία < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pachytene < παχυ- + ταινία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

λείπει η προφορά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παχυταινία θηλυκό

  • (βιολογία, γενετική) το τρίτο στάδιο της μειωτικής προφάσης (που έπεται της ζυγοταινίας) κατά το οποίο τα συζευγμένα χρωμοσώματα κονταίνουν και παχαίνουν, οι δύο χρωματίδες των οποίων διαχωρίζονται, και μπορεί να προκύψει ανταλλαγή τμημάτων (μεταξύ των δύο χρωματίδων)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία