Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παχαίνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ˈçɛ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

παχαίνω

  1. (αμετάβατο) γίνομαι πιο παχύς, κερδίζω βάρος
  2. (μεταβατικό) κάνω κάποιον ή κάτι πιο παχύ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία