Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

έντερα ουδέτερο

  1. έντερο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού