Δείτε επίσης: φανάρι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Φανάρι < Φανάριον < από τον εντυπωσιακό Φάρο της βασιλικής προβλήτας

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Φανάρι ουδέτερο (παλιότερα Φανάριον)

  1. πλούσια συνοικία της Κωνσταντινούπολης η οποία μετά το 1609 απέκτησε μεγάλη φήμη επειδή μεταφέρθηκε εκεί το πατριαρχείο και έγινε γνωστή ως συνοικία των προνομιούχων Ελλήνων, των Φαναριωτών
  2. περιεκτικό ουσιαστικό, αναφερόμενο στην επιρροή των Ελλήνων στην δημόσια ζωή της οθωμανικής αυτοκρατορίας
    να δούμε όμως τι λέει για την επανάστασιν και το Φανάρι
  3. ονομασία των Ελλήνων ναυτικών για το ακρωτήριο Γενί Καλέ, της ευρωπαϊκής ακτής του Βοσπόρου
  4. ακρωτήριο της Ικαρίας, απέναντι από τους Φούρνους -το αρχαίο Δράκανον
  5. ονομασία δεκάδων περιοχών και χωριών της Ελλάδας, ηπειρωτικών αλλά και παραθαλασσίων ή νησιωτικών (με φάρους)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία