Δείτε επίσης: γιαλί

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γυαλί τα γυαλιά
      γενική του γυαλιού των γυαλιών
    αιτιατική το γυαλί τα γυαλιά
     κλητική γυαλί γυαλιά
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυαλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυαλίν < ὑαλίν < ελληνιστική κοινή ὑάλιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὕαλος[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *uel- / *welH- (γυρίζω, στρέφω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝaˈli/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γυα‐λί
ομόηχα: γιαλί, γιαλοί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυαλί ουδέτερο

  1. στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
  2. (συνεκδοχικά) το ποτήρι
    ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)
  3. (συνεκδοχικά) η τηλεόραση
    βγαίνω στο γυαλί
  4. (πληθυντικός) τα κομμάτια από γυαλί
    μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα
  5. πληθυντικός: τα γυαλιά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον)
  • (τα κάνω) γυαλιά καρφιά
  • θάλασσα γυαλί: πολύ ήρεμη θάλασσα, ακίνητη, χωρίς τον παραμικρό κυματισμό
  • το έκανα γυαλί: το καθάρισα τόσο καλά ώστε να γυαλίζει, να είναι σαν καθρέφτης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία