Άνοιγμα κυρίου μενού

Βικιλεξικό β

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : νάτρο

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νάτριο < (αντιδάνειο) λατινική natrium, παλιά γαλλική natron ή natrum < αραβική natrūm ή nitrūm < αρχαία ελληνική νίτρον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈna.tɾi.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάτριο -
γενική νατρίου -
αιτιατική νάτριο -
κλητική νάτριο -
 
δείγμα νατρίου

νάτριο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  • μεταλλικό στοιχείο (συμβολίζεται με το Na) με αργυρό χρώμα. Ανήκει στην ομάδα των μετάλλων των αλκαλίων και σε φυσική μορφή υπάρχει σε ενώσεις αλάτων

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία