Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οξείδιο τα οξείδια
      γενική του οξειδίου
& οξείδιου
των οξειδίων
& οξείδιων
    αιτιατική το οξείδιο τα οξείδια
     κλητική οξείδιο οξείδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οξείδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική oxide / oxyde < αρχαία ελληνική ὀξύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οξείδιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία