Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αντιοξειδωτικός αντιοξειδωτική αντιοξειδωτικό
γενική αντιοξειδωτικού αντιοξειδωτικής αντιοξειδωτικού
αιτιατική αντιοξειδωτικό αντιοξειδωτική αντιοξειδωτικό
κλητική αντιοξειδωτικέ αντιοξειδωτική αντιοξειδωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντιοξειδωτικοί αντιοξειδωτικές αντιοξειδωτικά
γενική αντιοξειδωτικών αντιοξειδωτικών αντιοξειδωτικών
αιτιατική αντιοξειδωτικούς αντιοξειδωτικές αντιοξειδωτικά
κλητική αντιοξειδωτικοί αντιοξειδωτικές αντιοξειδωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιοξειδωτικός < αντί + οξειδωτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντιοξειδωτικός, -ή, -ό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία