Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μονοξείδιο τα μονοξείδια
      γενική του μονοξειδίου
μονοξείδιου
των μονοξειδίων
    αιτιατική το μονοξείδιο τα μονοξείδια
     κλητική μονοξείδιο μονοξείδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονοξείδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική monoxide < γαλλική oxide / oxyde < αρχαία ελληνική μόνος + ὀξύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μονοξείδιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία