Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Glas 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Glas (de) ουδέτερο

  1. το ποτήρι
    er trinkt gern ein Glas Wein - πίνει ευχαρίστως ένα ποτήρι κρασί
  2. το γυαλί