Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φανός η φανή το φανό
      γενική του φανού της φανής του φανού
    αιτιατική τον φανό τη φανή το φανό
     κλητική φανέ φανή φανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φανοί οι φανές τα φανά
      γενική των φανών των φανών των φανών
    αιτιατική τους φανούς τις φανές τα φανά
     κλητική φανοί φανές φανά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φανός οι φανοί
      γενική του φανού των φανών
    αιτιατική τον φανό τους φανούς
     κλητική φανέ φανοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φανός < αρχαία ελληνική φανός < φαίνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /faˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φα‐νός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φανός αρσενικό

  • φανάρι, φως
    1. φανός θυέλλης (υαλόφρακτος για να μην σβήνει η εσωτερική λυχνία από τον αέρα ή το νερό)
    2. φανός πέδησης (τα πίσω φώτα που ανάβουν όταν φρενάρει το όχημα)
    3. φανοί πορείας (κλίμακα στα φώτα, στους προβολείς του αυτοκινήτου)
    4. φανοί ομίχλης (τα φώτα ομίχλης στο αυτοκίνητο αλλά και σε φορητά φανάρια για παρόμοιες συνθήκες)
    5. φανοί λιμένος (οι φάροι στα λιμάνια)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φανός < φαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φανός συνήθως αρσενικό

πυρσός από ξύλα πεύκης, δαδί, λυχνάρι. Στο θηλυκό, ἡ φανή σήμαινε τον πυρσό, αλλά και την πομπή με πυρσούς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φανός, φανή, φανόν

λαμπερός, αστραφτερός, χαρωπός, επιφανής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

στην αρχαία ελληνική

  • φαντός, ή, όν (ο ορατός) (το νεοελληνικό φαντός παράγεται από το υφαντός)
  • ὁ Φάνης, του Φάνητος (Ορφική θεότητα)
  • ὁ Φᾶνος (γιος του Διόνυσου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

στη νεοελληνική και στην αρχαία