Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φανερώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος φανερώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φανερώνομαι, πρτ.: φανερωνόμουν, στ.μέλλ.: θα φανερωθώ, αόρ.: φανερώθηκα, μτχ.π.π.: φανερωμένος

  • γίνομαι ορατός ενώ ήμουν κρυμμένος, γίνομαι φανερός, αποκαλύπτομαι
    Παίζαμε κρυφτό αλλά φανερώθηκα γιατί βαρέθηκα πια.
    Φανερώθηκα ξαφνικά μπροστά τους και τα χάσανε.
    Καλά μου λέγανε για τον Άγιο Φανούριο! Μόλις προσευχήθηκα, η λύση φανερώθηκε μπροστά μου σαν από θαύμα.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία