Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τζιν < αγγλική gin

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τζιν ουδέτερο άκλιτο

  1. οινοπνευματώδες ποτό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τζιν < αγγλική jean < μέση αγγλική Gene (=Γένοβα) < παλαιά γαλλικά Janne (=Γένοβα) < μεσαιωνική λατινική Janua (=Γένοβα) (από τη φράση fustian from Genoa=κοτλέ (χοντρό βαμβακερό ύφασμα) της Γένοβας)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τζιν ουδέτερο άκλιτο

  1. βαμβακερό ύφασμα με χαρακτηριστική διαγώνια ύφανση
  2. είδος υφάσματος (αρχικά ήταν σκληρό όμως τώρα εμφανίζει ποικιλία)
    • ρούχο-ένδυμα από τζιν
  3. παντελόνι από τέτοιο ύφασμα, κυρίως το μπλουτζίν 👖

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τζιν άκλιτο

  • που είναι φτιαγμένο από αυτό το είδος βαμβακερού υφάσματος
ένα τζιν πουκάμισο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία