Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λουκούμι τα λουκούμια
      γενική του λουκουμιού των λουκουμιών
    αιτιατική το λουκούμι τα λουκούμια
     κλητική λουκούμι λουκούμια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
λουκούμια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λουκούμι < (άμεσο δάνειο) τουρκική (rahat) hulkum < αραβική الحلقوم (Hulquum)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /luˈku.mi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λουκούμι ουδέτερο

  1. (γλυκό) παραδοσιακό γλύκισμα της τούρκικης κουζίνας που σερβίρεται σε μικρά κομμάτια κυβικού σχήματος
    Ονομαστά είναι τα συριανά λουκούμια.
  2. (μεταφορικά) κάτι πολύ νόστιμο
    Το αρνάκι με τις πατάτες έγινε στο φούρνο λουκούμι.
  3. (μεταφορικά) κάτι πολύ βολικό
    Η προσφορά του να με βοηθήσει μου ήρθε λουκούμι.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία