Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσάντα τσάντες
γενική τσάντας τσαντών
αιτιατική τσάντα τσάντες
κλητική τσάντα τσάντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσάντα < τουρκική çanta < περσική چنته (chanteh, σακούλα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtsan.da/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσάντα θηλυκό

  • φορητή θήκη για πράγματα, συνήθως από δέρμα ή ύφασμα, με χερούλια ή χωρίς
    γυναικεία τσάντα
    μαθητική τσάντα
    κρεμαστή τσάντα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τσάντα φάκελος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία