Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γλύκισμα τα γλυκίσματα
      γενική του γλυκίσματος των γλυκισμάτων
    αιτιατική το γλύκισμα τα γλυκίσματα
     κλητική γλύκισμα γλυκίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλύκισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γλύκισμα ουδέτερο

  1. το γλυκό (παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής)
  2. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός για πολύ νόστιμο φαγητό
    το γουρουνόπουλο στη γάστρα ήταν σκέτο γλύκισμα
     συνώνυμα: λουκούμι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία