Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Süßigkeit die Süßigkeiten
γενική der Süßigkeit der Süßigkeiten
δοτική der Süßigkeit den Süßigkeiten
αιτιατική die Süßigkeit die Süßigkeiten

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Süßigkeit < süß + -keit

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Süßigkeit (de), θηλυκό

  1. το γλυκό, το γλύκισμα
  2. η γλυκύτητα