Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κανταΐφι τα κανταΐφια
      γενική του κανταϊφιού των κανταϊφιών
    αιτιατική το κανταΐφι τα κανταΐφια
     κλητική κανταΐφι κανταΐφια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανταΐφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kadayıf + < αραβική قطائف, πληθυντικός του قطيفة

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.daˈi.fi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐ντα‐ΐ‐φι
 
κανταΐφι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανταΐφι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) νηματοειδής ζύμη που χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή του ομώνυμου γλυκού
  2. (γλυκό) είδος γλυκού του ταψιού

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία