Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζύμη οι ζύμες
      γενική της ζύμης των ζυμών
    αιτιατική τη ζύμη τις ζύμες
     κλητική ζύμη ζύμες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζύμη < αρχαία ελληνική ζύμη < ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yes- (βράζω, αφρίζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζύμη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζύμη < ζέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζύμη θηλυκό

  1. προζύμι
  2. μαγιά