Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζυμαρικό ζυμαρικά
γενική ζυμαρικού ζυμαρικών
αιτιατική ζυμαρικό ζυμαρικά
κλητική ζυμαρικό ζυμαρικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζυμαρικό < ζυμάρι + -ικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζυμαρικό ουδέτερο

  1. γενική ονομασία για τρόφιμα από ζυμάρι που παρασκευάζεται από σιμιγδάλι, νερό και άλλα υλικά, κόβεται σε διάφορα σχήματα και αποξηραίνεται

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία