↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζυμαρικό τα ζυμαρικά
      γενική του ζυμαρικού των ζυμαρικών
    αιτιατική το ζυμαρικό τα ζυμαρικά
     κλητική ζυμαρικό ζυμαρικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ζυμαρικό < ζυμάρ(ι) + -ικό, ουδέτερο του -ικός [1]
 
διάφορα ζυμαρικά

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ζυμαρικό ουδέτερο

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία