Δείτε επίσης: παστά, πάστρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάστα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pasta < υστερολατινική pasta < ελληνιστική κοινή παστά, ουδέτερο του παστός < αρχαία ελληνική πάσσω (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷeh₁t- (αναδεύω, κουνώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάστα θηλυκό

  1. είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς
  2. (μεταφορικά) ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του
  3. (γλυκό) είδος γλυκού (συνήθως προϊόν ζαχαροπλαστικής) που αποτελείται κατά βάση από στρώσεις από παντεσπάνι ή σαβαγιάρ, κρέμα, σαντιγί κι άλλα υλικά (π.χ. φρούτα) κι απαντάται σε διάφορες παραλλαγές
    υποκοριστικά: παστάκι, παστούλα
  4. (τρόφιμο) ζυμαρικά όπως μακαρόνια και άλλα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία