Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναδεύω < ελληνιστική κοινή ἀναδεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναδεύω αόριστος: ανάδευσα και ανάδεψα[1]. (παθητική φωνή: αναδεύομαι)

  1. (μεταβατικό) ανακατεύω ένα υγρό μείγμα, με κάποιο εργαλείο ή ανακινώντας το ελαφρά, για να αναμειχθούν καλύτερα τα συστατικά του
  2. (μεταβατικό) κινώ ελαφρά κάτι
  3. (αμετάβατο) κινούμαι ο ίδιος ελαφρά

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • συνήθως χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να υποδείξουμε πως το ανακάτεμα πρέπει να γίνει ήρεμα και κυκλικά

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. αναδεύω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.