Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μείγμα μείγματα
γενική μείγματος μειγμάτων
αιτιατική μείγμα μείγματα
κλητική μείγμα μείγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μείγμα < αρχαία ελληνική μεῖγμα και μῖγμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μείγμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα της ανάμειξης δυο ή περισσότερων ουσιών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία